Αλκαλοειδή

Ευρετήριο λημμάτων

Αλκαλοειδή (τα), (αγγλ. alkaloids)

Τα αλκαλοειδή αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία οργανικών ενώσεων που έχουν στο μόριό τους ετεροκυκλικό άζωτο σε αρνητική οξειδωτική κατάσταση. Εντοπίζονται φυσικώς κυρίως σε κάποια φυτά (π.χ. στα μηκωνοειδή) και μερικές φορές και σε ζώα. Παρουσιάζουν ενδιαφέρον κυρίως λόγω της φυσιολογικής τους δράσης με μακρόχρονη ιστορία επί φαρμακευτικών ιδιοτήτων αλλά και δηλητηριωδών σε μεγαλύτερη δόση, ως ναρκωτικά ή παραισθησιογόνα.

Πρόκειται για αλκαλικές ουσίες, (βάσεις που εξουδετερώνουν οξέα), των οποίων κύρια στοιχεία δομής τους είναι άτομα οξυγόνου, άνθρακα και αζώτου. Είδη αλκαλοειδών είναι η νικοτίνη, η καφεΐνη, η κινίνη, η κοκαΐνη, η μορφίνη, η στρυχνίνη, κ.ά.

Τα αλκαλοειδή ταξινομούνται επιμέρους, ανάλογα του συντακτικού τύπου τους και με βάση τη φύση και τον αριθμό των πυρήνων τους (δακτύλιοι ατόμων), καθώς και με τους υποκαταστάτες που συνδέουν αυτούς σε: πυριδίνες, πυρρολιδίνες, τροπάνια, πυρρολιζιδίνες, πουρίνες*, κινολίνες, ισοκινολίνες, ινδόλια, τερπενοειδή και στεροειδή.

*Η ταξινόμηση των πουρινών στα αλκαλοειδή αμφισβητείται λόγω των ιδιαίτερων βιοχημικών τους ρόλων.

Στην Ιατρική, τα αλκαλοειδή ταξινομούνται ανάλογα με τη φυσιολογική τους δράση σε: δηλητήρια αλκαλοειδή, ναρκωτικά, αναλγητικά, καρδιοτονωτικά, διεγερτικά αναπνευστικού, αγγειοσυσταλτικά, τοπικά αναισθητικά, μυοχαλαρωτικά και ψυχοδηλωτικά.
ετικέτες: αλκαλοειδή, alkaloids, ορισμός, λήμμα, ετυμολογία, λεξικό, wiki, βικιπαίδεια,

By Luminous on Σάββατο, 28 Δεκεμβρίου 2013 |

Αναζητήστε λήμμα, ορισμό, ετυμολογία στη Psychedelic Wikipedia - Βικιπαίδεια

Translate