Ερυσίβη

Ευρετήριο λημμάτων



Από πάνω προς τα κάτω:
σκληρώτια ερυσίβης στα ανθύλλια
του σταχυού εικ. 1
νέοι μήκυτες εξέρχονται από
το σκληρώτιο εικ.2

Ερυσίβη (η), (αγγλ. ergot). Διώνυμη ονοματολογία: Claviceps purpurea. Η ερυσίβη, αλλιώς γνωστή και ως ερυσιβώδης όλυρα, είναι η κοινή ονομασία ενός μύκητα του γένους Claviceps που παρασιτεί σε ορισμένα αγρωστώδη (δημητριακά και χλόες). Στο τέλος του καλοκαιριού, ο μύκητας παίρνει τη χαρακτηριστική μορφή του σκληρώτιου για να αντέξει στον χειμώνα. Η Claviceps purpurea προσβάλει διάφορα δημητριακά συμπεριλαμβανομένης της σίκαλης (ο πιο κοινός φορέας του), του σίτου και του κριθαριού.

Ένα τέλειο απολίθωμα κεχριμπαριού που ανακαλύφθηκε τον Φεβρουάριο του 2015  σε ορυχεία στη Μιανμάρ[1] αποκάλυψε ότι η ερυσίβη και τα αγρωστώδη εξελίχθηκαν από κοινού. Ο συγκεκριμένος μύκητας που ανακαλύφθηκε στο απολίθωμα, ο οποίος πλέον έχει εκλείψει, έχει την διώνυμη ονομασία Palaeoclaviceps parasiticus και ομοιάζει ιδιαίτερα στον κοινό μύκητα της ερυσίβης (Claviceps). Η ερυσίβη χρονολογείται κυριολεκτικά στην παλαιότερη εξέλιξη των αγρωστοειδών και έκτοτε υπήρξε ως τοξίνη και ως φυσικός ψυχοτρόπος μύκητας.[1]

Πάνω από 1.000 ενώσεις έχουν εξαχθεί ή έχουν προέλθει από τον μύκητα της ερυσίβης, με περισσότερο γνωστό το Διαιθυλαμίδιο του Λυσεργικού Οξέος ή γνωστότερα αποκαλούμενο LSD. Ενώ κάποιες άλλες από αυτές τις ενώσεις αποτελούν πολύτιμα φάρμακα.[1]

Τα αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας είναι ενώσεις, παράγωγα ινδόλης, που η βιοσύνθεσή τους ξεκινά από το αμινοξύ τρυπτοφάνη (L-θρυπτοφάνη στη χημεία). Εκπροσωπούν τη μεγαλύτερη ομάδα αζωτούχων προϊόντων μεταβολισμού μυκήτων, που έχουν βρεθεί στη φύση. 'Έχουν απομονωθεί περισσότερα από 80 διαφορετικά αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας, κυρίως από διάφορα είδη μυκήτων Claviceps. Το κοινό τμήμα των αλκαλοειδών της ερυσιβώδους όλυρας είναι ένα σύστημα τεσσάρων δακτυλίων, στο οποίο έχει αποδοθεί η κοινή ονομασία εργολίνη (ergoline). Αντίστοιχα, τα αλκαλοειδή αυτά χαρακτηρίζονται και ως αλκαλοειδή της οικογένειας της εργολίνης (ergoline family alkaloids). Το κυριότερο αλκαλοειδές της ερυσίβης είναι η εργοταμίνη, η οποία είναι πεπτιδικό παράγωγο του λυσεργικού οξέος και της λακτάμης του τριπεπτιδίου φαινυλαλανίνης - αλανίνης - προλίνης. Το αλκαλοειδές της εργοταμίνης (ergotamine) περιέχεται σε υψηλή ποσότητα στο σκληρώτιο της ερυσίβης (μέχρι 2% της ξηράς μάζας). Η αλκαλοειδής αυτή ουσία αναπτύσσει ένα ευρύ φάσμα βιολογικών επιδράσεων μεταξύ άλλων στο κυκλοφορικό και νευρικό σύστημα. Σε κάποια άτομα μπορεί να εκδηλωθεί ένα έντονο παθολογικό σύνδρομο που παρατηρείται στους ανθρώπους ή τα ζώα που έχουν λάβει ερυσίβη, π.χ. μαζί με μολυσμένο σιτάρι και αυτό το παθολογικό σύνδρομο ονομάζεται Εργοτισμός ή κοινώς γνωστό ως «Φωτιά του αγίου Αντωνίου» και αναφέρεται με συμπτώματα δυνατής αίσθησης φλόγωσης στα χέρια και στα πόδια. Δείτε και το λήμμα Όλυρα.

__________
Παραπομπές
1: Amber fossil links earliest grasses, dinosaurs and fungus used to produce LSD

ετικέτες: ερυσίβη, ergot, ορισμός, λήμμα, ετυμολογία, λεξικό, wiki, βικιπαίδεια,

By Luminous on Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2013 |

Αναζητήστε λήμμα, ορισμό, ετυμολογία στη Psychedelic Wikipedia - Βικιπαίδεια

Translate