Διαιθυλαμίδιο του Λυσεργικού Οξέος (LSD)

Ευρετήριο λημμάτων

Διαιθυλαμίδιο του Λυσεργικού Οξέος (LSD) (το), (αγγλ. Lysergic Acid Diethylamide)
Συνώνυμα: Διαιθυλαμίδιο του D-Λυσεργικού Οξέος, λυσεργίδη, λυσερπίδιο, διαιθυλαμιδικό D-λυσεργικό οξύ, N,N- διαιθυλαμίδιο του D-λυσεργικού οξέος, LSD, LSD-25, D-lysergic acid diethylamide, N,N-diethyl-D-lysergamide acid.
Κοινές/λαϊκές ονομασίες: οξύ, λούσι, acid, lucy, L, tablet, blotter, doses, trips, cubes, tabs, microdots.

Διαιθυλαμίδιο του Λυσεργικού Οξέος, LSD, LSD-25, d-λυσεργικού οξέος, λυσερπίδη, χημική δομή, psychedelic wiki
Η χημική δομή του LSD

To διαιθυλαμίδιο του λυσεργικού οξέος, C20H25N3O, γνωστό περισσότερο με το ακρωνύμιο LSD, ή LSD-25, ή λυσεργίδη ή acid στα αγγλικά, είναι κατά το ήμισυ συνθετική ουσία που ανήκει στα ψυχοδηλωτικά και στην οικογένεια: εργολίνες. Το ακρωνύμιο LSD που χρησιμοποιείται συνηθέστερα προέρχεται από την αρχική ονομασία LSD-25, το οποίο είναι ακρωνύμιο από το γερμανικό 'Lysergsäure-diethylamid' που ακολουθείται από έναν σειριακό αριθμό.

Το LSD είναι γνωστό για την ψυχολογική του επίδραση η οποία μπορεί να συμπεριλαμβάνει: διαφοροποιημένες νοητικές διαδικασίες, οπτικές και διαφοροποιημένες αισθήσεις διαφοροποιημένης αντίληψης με ανοιχτά ή κλειστά μάτια, συναισθησία, διαφοροποιημένη αίσθηση του χρόνου και πνευματικές εμπειρίες, ενώ έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αντικουλτούρα στη δεκαετία του '60.

Ιστορία

Παρασκευάστηκε για πρώτη φορά στις 16 Νοεμβρίου 1938 από τον Ελβετό χημικό Άλμπερτ Χόφμαν, στα εργαστήρια της φαρμακευτικής εταιρείας Sandoz, στη Βασιλεία της Ελβετίας, στα πλαίσια ενός γενικού ερευνητικού προγράμματος για τη μελέτη της ιατρικής χρήσης θεραπευτικών βοτάνων. Παράγεται από την εργοταμίνη και το λυσεργικό οξύ. Το λυσεργικό οξύ εξάγεται από τον μύκητα ερυσίβη (Claviceps purpurea) ο οποίος αναπτύσσεται συνήθως στη σίκαλη. Παρασκευάζεται χημικά και η βασική χημική δομή του είναι παρόμοια με αυτή των αλκαλοειδών της ερυσίβης, ενώ εμφανίζει επίσης ομοιότητες με άλλες ουσίες, όπως η ψιλοκυβίνη, με δυνατότητα δέσμευσης της δράσης της σεροτονίνης.

Η ψυχοδηλωτική δράση του διαπιστώθηκε πέντε χρόνια αργότερα, στις 16 Απριλίου 1943. Χρησιμοποιήθηκε πειραματικά στην ιατρική ως ένας ψυχωσιομιμητικός παράγοντας, προκειμένου να επιφέρει ψυχικές καταστάσεις παρόμοιες με αυτές που συνοδεύουν ψυχικές ασθένειες, όπως η σχιζοφρένεια, με σκοπό τη μελέτη τους. Το LSD σύντομα ανήλθε σε μια πολλά υποσχόμενη ουσία. Στη δεκαετία του 1950 χρησιμοποιήθηκε από τη CIA ως μέσο για τον έλεγχο της σκέψης και ως εν δυνάμει μέσο για χημικό πόλεμο, που όπως αποδείχθηκε αργότερα όμως, δίχως τέτοιο όφελος. Χρησιμοποιήθηκε συγκεκριμένα στο μυστικό πρόγραμμα MKULTRA όπου χορήγησαν LSD σε νεοσύλλεκτους και σε σπουδαστές. Στη δεκαετία του 1960, η χρήση του προτάθηκε για τη θεραπεία νευρώσεων, ειδικά σε ασθενείς που αρνούνταν να ακολουθήσουν άλλες θεραπευτικές μεθόδους, καθώς και για την αντιμετώπιση του αλκοολισμού. Μελετήθηκε ακόμα η αποτελεσματικότητά του στην αντιμετώπιση του αυτισμού ή της εξάρτησης από άλλες ψυχοτρόπες ουσίες. Η επακόλουθη ψυχαγωγική χρήση του LSD από τη νεολαία την ίδια εποχή (δεκαετία του '60) συνδέθηκε με το κίνημα των χίπις στις ΗΠΑ και στη δυτική Ευρώπη, αποτελώντας σύμβολο της ψυχεδελικής κουλτούρας της εποχής. Ακολούθως υπήρξαν πολιτικές και κοινωνικές αναταραχές όπου το LSD έπαιξε το ρόλο του στην αφύπνιση μέρους του πληθυσμού στις ΗΠΑ, οπότε και αφενός εν όψει των διαμαρτυριών κατά του πολέμου του Βιετνάμ και αφετέρου λόγω της διπλής δράσης του Τίμοθι Λίρι ο οποίος το διαμοίρασε και εκτός του χώρου της πανεπιστημιούπολης, για όλους αυτούς τους λόγους λοιπόν, το LSD κηρύχτηκε τελικώς ως παράνομη ουσία το 1967.

Στις αρχές του 21ου αιώνα, αναβίωσε η έρευνα της χρήσης του για τη θεραπεία του αλκοολισμού και επί του παρόντος συγκεκριμένοι οργανισμοί όπως το Beckley Foundation, o 'Διεπιστημονικός Σύλλογος Μελετών στα Ψυχοδηλωτικά' (MAPS), το Heffter Research Institute και το Ίδρυμα Albert Hofmann, χρηματοδοτούν, προτρέπουν και συντονίζουν την επιστημονική έρευνα στις φαρμακευτικές και πνευματικές χρήσεις του LSD και των συγγενών ψυχοδηλωτικών.

Χρήσεις

Χρησιμοποιείται κυρίως ως ενθεογόνο, ως ψυχαγωγική ουσία (recreational drug) και ως παράγοντας κατά τη θεραπεία με ψυχοδηλωτικά. Εμφανίζει διαφορές σε σχέση με άλλες ψυχοτρόπες ουσίες, μεταξύ αυτών το γεγονός πως δεν προκαλεί εθισμό και του ενδεχομένου της αναβίωσης της εμπειρίας της χρήσης μετά τη διακοπή της.

Αξιοσημείωτη είναι η υψηλή δραστικότητα της ουσίας, καθώς δόσεις της τάξης των 25 μικρογραμμαρίων είναι σε θέση να επενεργήσουν. Το LSD απορροφάται από το ανθρώπινο σώμα σε διάστημα περίπου μίας ώρας και η επίδρασή του διαρκεί περίπου οκτώ έως δώδεκα ώρες. Λαμβάνεται συνήθως από το στόμα, τυπικά σε χάπια, κάψουλες, κύβους ζάχαρης, στυπόχαρτο ή ειδικά αυτοκόλλητα. Σε υγρή μορφή χορηγείται με ενδομυϊκή ή ενδοφλέβια ένεση.

ετικέτες: Διαιθυλαμίδιο του Λυσεργικού Οξέος, LSD, ορισμός, λήμμα, ετυμολογία, λεξικό, wiki, βικιπαίδεια, λυσεργίδη, λυσερπίδιο, διαιθυλαμιδικό D-λυσεργικό οξύ, N,N- διαιθυλαμίδιο του D-λυσεργικού οξέος, LSD, LSD-25, D-lysergic acid diethylamide, N,N-diethyl-D-lysergamide acid, οξύ, acid, L, tablet, blotter, doses, trips, cubes, tabs, microdots,

By Luminous on Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου 2013 |

Αναζητήστε λήμμα, ορισμό, ετυμολογία στη Psychedelic Wikipedia - Βικιπαίδεια

Translate