Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γράμμα Έψιλον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γράμμα Έψιλον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Ενδοδεκτικότητα
▶ Ευρετήριο λημμάτων
ενδοδεκτικότητα (η), αγγλικά: interoception
Ενδοδεκτικότητα είναι η εσωτερική αίσθηση/αισθήσεις της φυσιολογίας του σώματος.[1] Είναι οποιαδήποτε αίσθηση δημιουργείται στο σώμα εσωτερικά.[2] Αυτές οι αισθήσεις περιλαμβάνουν πολυάριθμους αισθητηριακούς υποδοχείς σε εσωτερικά όργανα, σε ολόκληρο το σώμα, οι οποίοι συνδέονται νευρολογικά με τον εγκέφαλο. Μερικοί από αυτούς τους υποδοχείς και οι αντίστοιχες αισθήσεις είναι: το αίσθημα της πείνας, οι καρδιακοί παλμοί, οι περιφερικοί χημειοϋποδοχείς, μεταξύ άλλων.[3]
__________
Παραπομπές
1. Interoception: the sense of the physiological condition of the body. PMID 12965300
2. Listening to your heart. How interoception shapes emotion experience and intuitive decision making. PMID 21106893
3. Other internal senses. wikipedia
ενδοδεκτικότητα (η), αγγλικά: interoception
Ενδοδεκτικότητα είναι η εσωτερική αίσθηση/αισθήσεις της φυσιολογίας του σώματος.[1] Είναι οποιαδήποτε αίσθηση δημιουργείται στο σώμα εσωτερικά.[2] Αυτές οι αισθήσεις περιλαμβάνουν πολυάριθμους αισθητηριακούς υποδοχείς σε εσωτερικά όργανα, σε ολόκληρο το σώμα, οι οποίοι συνδέονται νευρολογικά με τον εγκέφαλο. Μερικοί από αυτούς τους υποδοχείς και οι αντίστοιχες αισθήσεις είναι: το αίσθημα της πείνας, οι καρδιακοί παλμοί, οι περιφερικοί χημειοϋποδοχείς, μεταξύ άλλων.[3]
__________
Παραπομπές
1. Interoception: the sense of the physiological condition of the body. PMID 12965300
2. Listening to your heart. How interoception shapes emotion experience and intuitive decision making. PMID 21106893
3. Other internal senses. wikipedia
Ενδοκανναβινοειδές σύστημα
▶ Ευρετήριο λημμάτων
Ενδοκανναβινοειδές σύστημα (το), (αγγλ. endocannabinoid system)
Οι έρευνες που αρχικά στόχευαν στην ανίχνευση του μηχανισμού δράσης της Δ9-τετραϋδροκανναβινόλης (THC), του κύριου ψυχοδιεγερτικού συστατικού που εξάγεται από την ινδική κάνναβη, οδήγησαν τελικά στην ανακάλυψη ενός νέου νευρορυθμιστικού συστήματος, του ενδογενούς κανναβινοειδούς συστήματος.
Το ενδοκανναβινοειδές σύστημα περιλαμβάνει μια σειρά από ενδογενείς, λιπιδικής φύσεως προσδέτες (κυρίως την ανανδαμίδη και την 2-αραχιδονοϋλγλυκερόλη), μεμβρανικούς υποδοχείς (CB1-brain type, CB2-immune type, αλλά και άλλους) που ανήκουν στην υπεροικογένεια των συζευγμένων με G πρωτεΐνες υποδοχέων, καθώς και τα ένζυμα εκείνα που είναι απαραίτητα για τη βιοσύνθεση και αποικοδόμησή τους.
Στον ενήλικο εγκέφαλο τα ενδοκανναβινοειδή λειτουργούν ως παλίνδρομα σηματοδοτικά μόρια: απελευθερώνονται από μετασυναπτικά κύτταρα, ενώνονται με υποδοχείς που εντοπίζονται στους προσυναπτικούς νευρώνες και ρυθμίζουν την απελευθέρωση διαφόρων νευροδιαβιβαστών (κυρίως του ανασταλτικού γ-αμινοβουτυρικού οξέος, αλλά και του διεγερτικού γλουταμινικού οξέος). Οι κύριες επιδράσεις της τετραϋδροκανναβινόλης οφείλονται στη διέγερση αυτών των υποδοχέων και προκαλούν ευφορία, διαταραχή πρόσφατης μνήμης και άλλων νοητικών λειτουργιών, ακινησία, αναλγησία, αύξηση της όρεξης.
Στον αναπτυσσόμενο οργανισμό, η εντόπιση νωρίς κατά την εμβρυϊκή ζωή λειτουργικών CB1 υποδοχέων σε θέσεις στις οποίες δεν εκφράζονται στην ενήλικο ζωή (άτυπες θέσεις) αποτέλεσε μία από τις πρώτες ενδείξεις, οι οποίες οδήγησαν στην υπόθεση ότι το ενδοκανναβινοειδές σύστημα παίζει κάποιον/ους ρόλο/ους στην φυσιολογική εμβρυϊκή ανάπτυξη. Το ενδιαφέρον σχετικά με τη σπουδαιότητα της ύπαρξης φυσιολογικής σηματοδότησης μέσω του ενδοκανναβινοειδούς συστήματος προκειμένου να επιτευχθεί όχι μόνο φυσιολογική εμβρυογένεση, αλλά και μεταγεννητική ανάπτυξη, επικεντρώθηκε στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
Τα πειράματα που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι τώρα έχουν οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι τα κανναβινοειδή συμμετέχουν σε όλες τις διαδικασίες της φυσιολογικής εμβρυϊκής ανάπτυξης του νευρικού συστήματος: πολλαπλασιασμό και δέσμευση των προγονικών νευρικών κυττάρων προς συγκεκριμένη κυτταρική σειρά, διαφοροποίηση των δεσμευμένων νευροβλαστών ή σπογγιοβλαστών, μετανάστευση των μεταμιτωτικών νευρώνων, μορφολογική και λειτουργική ωρίμανση των νευριτών, δημιουργία λειτουργικών συνάψεων, απόπτωση και μυελινοποίησηση των νευραξόνων.
ετικέτες: ενδοκανναβινοειδές σύστημα, endocannabinoid system, ορισμός, λήμμα, ετυμολογία, λεξικό, wiki, βικιπαίδεια,
Ενδοκανναβινοειδές σύστημα (το), (αγγλ. endocannabinoid system)
Οι έρευνες που αρχικά στόχευαν στην ανίχνευση του μηχανισμού δράσης της Δ9-τετραϋδροκανναβινόλης (THC), του κύριου ψυχοδιεγερτικού συστατικού που εξάγεται από την ινδική κάνναβη, οδήγησαν τελικά στην ανακάλυψη ενός νέου νευρορυθμιστικού συστήματος, του ενδογενούς κανναβινοειδούς συστήματος.
Το ενδοκανναβινοειδές σύστημα περιλαμβάνει μια σειρά από ενδογενείς, λιπιδικής φύσεως προσδέτες (κυρίως την ανανδαμίδη και την 2-αραχιδονοϋλγλυκερόλη), μεμβρανικούς υποδοχείς (CB1-brain type, CB2-immune type, αλλά και άλλους) που ανήκουν στην υπεροικογένεια των συζευγμένων με G πρωτεΐνες υποδοχέων, καθώς και τα ένζυμα εκείνα που είναι απαραίτητα για τη βιοσύνθεση και αποικοδόμησή τους.
Στον ενήλικο εγκέφαλο τα ενδοκανναβινοειδή λειτουργούν ως παλίνδρομα σηματοδοτικά μόρια: απελευθερώνονται από μετασυναπτικά κύτταρα, ενώνονται με υποδοχείς που εντοπίζονται στους προσυναπτικούς νευρώνες και ρυθμίζουν την απελευθέρωση διαφόρων νευροδιαβιβαστών (κυρίως του ανασταλτικού γ-αμινοβουτυρικού οξέος, αλλά και του διεγερτικού γλουταμινικού οξέος). Οι κύριες επιδράσεις της τετραϋδροκανναβινόλης οφείλονται στη διέγερση αυτών των υποδοχέων και προκαλούν ευφορία, διαταραχή πρόσφατης μνήμης και άλλων νοητικών λειτουργιών, ακινησία, αναλγησία, αύξηση της όρεξης.
Στον αναπτυσσόμενο οργανισμό, η εντόπιση νωρίς κατά την εμβρυϊκή ζωή λειτουργικών CB1 υποδοχέων σε θέσεις στις οποίες δεν εκφράζονται στην ενήλικο ζωή (άτυπες θέσεις) αποτέλεσε μία από τις πρώτες ενδείξεις, οι οποίες οδήγησαν στην υπόθεση ότι το ενδοκανναβινοειδές σύστημα παίζει κάποιον/ους ρόλο/ους στην φυσιολογική εμβρυϊκή ανάπτυξη. Το ενδιαφέρον σχετικά με τη σπουδαιότητα της ύπαρξης φυσιολογικής σηματοδότησης μέσω του ενδοκανναβινοειδούς συστήματος προκειμένου να επιτευχθεί όχι μόνο φυσιολογική εμβρυογένεση, αλλά και μεταγεννητική ανάπτυξη, επικεντρώθηκε στο κεντρικό νευρικό σύστημα.
Τα πειράματα που έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι τώρα έχουν οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι τα κανναβινοειδή συμμετέχουν σε όλες τις διαδικασίες της φυσιολογικής εμβρυϊκής ανάπτυξης του νευρικού συστήματος: πολλαπλασιασμό και δέσμευση των προγονικών νευρικών κυττάρων προς συγκεκριμένη κυτταρική σειρά, διαφοροποίηση των δεσμευμένων νευροβλαστών ή σπογγιοβλαστών, μετανάστευση των μεταμιτωτικών νευρώνων, μορφολογική και λειτουργική ωρίμανση των νευριτών, δημιουργία λειτουργικών συνάψεων, απόπτωση και μυελινοποίησηση των νευραξόνων.
ετικέτες: ενδοκανναβινοειδές σύστημα, endocannabinoid system, ορισμός, λήμμα, ετυμολογία, λεξικό, wiki, βικιπαίδεια,
Εθνοφαρμακολογία
▶ Ευρετήριο λημμάτων
Εθνοφαρμακολογία (η), (αγγλ. ethnopharmacology)
Η εθνοφαρμακολογία (διαφέρει από την 'εθνοφαρμακευτική') είναι η επιστήμη που ασχολείται με την παρατήρηση, προσδιορισμό, περιγραφή και πειραματική έρευνα των συστατικών και των δράσεων των φαρμάκων φυτικής, ζωικής και ορυκτής προέλευσης, που χρησιμοποιήθηκαν από τις τοπικές κοινωνίες.
Κυρίως όμως η εθνοφαρμακολογία ασχολείται με την μελέτη των βιοδραστικών φυτών, που βρίσκουμε στα παραδοσιακά ιατρικά συστήματα των αυτοχθόνων κοινωνιών. Κατά τη διερεύνηση ένα φυσικού προϊόντος που χρησιμοποιείται από μια κοινότητα ανθρώπων ως φάρμακο, είναι σημαντικό ότι οι μέθοδοι συλλογής, εξόρυξης και προετοιμασίας να είναι οι ίδιες ή παρόμοιες με εκείνες τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται από την φυλή ή την κοινωνική ομάδα καθ' αυτή. Αυτό γίνεται για να εξασφαλιστεί η συνοχή και η γνησιότητα των πειραμάτων.
ετικέτες: εθνοφαρμακολογία, ethnopharmacology, ορισμός, λήμμα, ετυμολογία, λεξικό, wiki, βικιπαίδεια,
Εθνοφαρμακολογία (η), (αγγλ. ethnopharmacology)
Η εθνοφαρμακολογία (διαφέρει από την 'εθνοφαρμακευτική') είναι η επιστήμη που ασχολείται με την παρατήρηση, προσδιορισμό, περιγραφή και πειραματική έρευνα των συστατικών και των δράσεων των φαρμάκων φυτικής, ζωικής και ορυκτής προέλευσης, που χρησιμοποιήθηκαν από τις τοπικές κοινωνίες.
Κυρίως όμως η εθνοφαρμακολογία ασχολείται με την μελέτη των βιοδραστικών φυτών, που βρίσκουμε στα παραδοσιακά ιατρικά συστήματα των αυτοχθόνων κοινωνιών. Κατά τη διερεύνηση ένα φυσικού προϊόντος που χρησιμοποιείται από μια κοινότητα ανθρώπων ως φάρμακο, είναι σημαντικό ότι οι μέθοδοι συλλογής, εξόρυξης και προετοιμασίας να είναι οι ίδιες ή παρόμοιες με εκείνες τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται από την φυλή ή την κοινωνική ομάδα καθ' αυτή. Αυτό γίνεται για να εξασφαλιστεί η συνοχή και η γνησιότητα των πειραμάτων.
ετικέτες: εθνοφαρμακολογία, ethnopharmacology, ορισμός, λήμμα, ετυμολογία, λεξικό, wiki, βικιπαίδεια,
By
Luminous
|
γράμμα Έψιλον
Εθνολογία
▶ Ευρετήριο λημμάτων
Εθνολογία (η), (αγγλ. ethnology)
Η εθνολογία (από τις λέξεις Έθνος+λόγος) είναι ο κλάδος της ανθρωπολογίας που συγκρίνει και αναλύει τα χαρακτηριστικά των διαφορετικών λαών και τη σχέση μεταξύ τους.
Η εθνολογία ως σπουδή περιλαμβάνει συνθετικές μελέτες και θεωρητικά συμπεράσματα που εξάγονται από εθνογραφικές παρατηρήσεις, οι οποίες αφορούν «πρωτόγονες» (πλέον και μη «πρωτόγονες») κοινωνίες.
Ο όρος εθνολογία επικρατεί κυρίως στη Γαλλία με τάση να αντικατασταθεί από τον όρο Κοινωνική ανθρωπολογία.
ετικέτες: εθνολογία, ethnology, ορισμός, λήμμα, ετυμολογία, λεξικό, wiki, βικιπαίδεια,
Εθνολογία (η), (αγγλ. ethnology)
Η εθνολογία (από τις λέξεις Έθνος+λόγος) είναι ο κλάδος της ανθρωπολογίας που συγκρίνει και αναλύει τα χαρακτηριστικά των διαφορετικών λαών και τη σχέση μεταξύ τους.
Η εθνολογία ως σπουδή περιλαμβάνει συνθετικές μελέτες και θεωρητικά συμπεράσματα που εξάγονται από εθνογραφικές παρατηρήσεις, οι οποίες αφορούν «πρωτόγονες» (πλέον και μη «πρωτόγονες») κοινωνίες.
Ο όρος εθνολογία επικρατεί κυρίως στη Γαλλία με τάση να αντικατασταθεί από τον όρο Κοινωνική ανθρωπολογία.
ετικέτες: εθνολογία, ethnology, ορισμός, λήμμα, ετυμολογία, λεξικό, wiki, βικιπαίδεια,
By
Luminous
|
γράμμα Έψιλον
Εθνοϊατρική
▶ Ευρετήριο λημμάτων
Εθνοϊατρική (η), (αγγλ. ethnomedicine)
Η εθνοϊατρική είναι ένας υπο-τομέας της εθνοβοτανικής ή της ιατρικής ανθρωπολογίας που ασχολείται με τη μελέτη των παραδοσιακών φαρμάκων: όχι μόνο εκείνων που έχουν σχετικές γραπτές πηγές (π.χ. παραδοσιακή κινεζική ιατρική, Σίντα, Αγιουρβέδα), αλλά κυρίως εκείνων των οποίων οι γνώσεις και οι πρακτικές έχουν μεταδοθεί στόμα με στόμα μέσω των αιώνων.
Στον επιστημονικό χώρο, οι μελέτες της εθνοϊατρικής χαρακτηρίζονται γενικά από μια ισχυρή ανθρωπολογική προσέγγιση, είτε από μια ισχυρή βιοϊατρική προσέγγιση, ιδιαίτερα σε προγράμματα ανακάλυψης φαρμάκων. Το επίκεντρο των ανθρωπολογικών μελετών είναι η αντίληψη και το πλαίσιο χρήσης των παραδοσιακών φαρμάκων, ενώ η προσέγγιση της βιοϊατρικής επικεντρώνεται συχνά στην ανακάλυψη θεραπευτικών μορίων, όπως το μόριο προστατίνης για την καταπολέμηση του HIV/AIDS. Η πρώτη γνωστή χρήση της εθνοϊατρικής έγινε το 1971.
ετικέτες: εθνοϊατρική, ethnomedicine, ορισμός, λήμμα, ετυμολογία, λεξικό, wiki, βικιπαίδεια,
Εθνοϊατρική (η), (αγγλ. ethnomedicine)
Η εθνοϊατρική είναι ένας υπο-τομέας της εθνοβοτανικής ή της ιατρικής ανθρωπολογίας που ασχολείται με τη μελέτη των παραδοσιακών φαρμάκων: όχι μόνο εκείνων που έχουν σχετικές γραπτές πηγές (π.χ. παραδοσιακή κινεζική ιατρική, Σίντα, Αγιουρβέδα), αλλά κυρίως εκείνων των οποίων οι γνώσεις και οι πρακτικές έχουν μεταδοθεί στόμα με στόμα μέσω των αιώνων.
Στον επιστημονικό χώρο, οι μελέτες της εθνοϊατρικής χαρακτηρίζονται γενικά από μια ισχυρή ανθρωπολογική προσέγγιση, είτε από μια ισχυρή βιοϊατρική προσέγγιση, ιδιαίτερα σε προγράμματα ανακάλυψης φαρμάκων. Το επίκεντρο των ανθρωπολογικών μελετών είναι η αντίληψη και το πλαίσιο χρήσης των παραδοσιακών φαρμάκων, ενώ η προσέγγιση της βιοϊατρικής επικεντρώνεται συχνά στην ανακάλυψη θεραπευτικών μορίων, όπως το μόριο προστατίνης για την καταπολέμηση του HIV/AIDS. Η πρώτη γνωστή χρήση της εθνοϊατρικής έγινε το 1971.
ετικέτες: εθνοϊατρική, ethnomedicine, ορισμός, λήμμα, ετυμολογία, λεξικό, wiki, βικιπαίδεια,
By
Luminous
|
γράμμα Έψιλον
Εθνοβοτανική
▶ Ευρετήριο λημμάτων
Εθνοβοτανική (η), (αγγλ. ethnobotany)
Η εθνοβοτανική (από το «εθνολογία» - μελέτη του πολιτισμού και «βοτανική» - μελέτη των φυτών) είναι η επιστημονική μελέτη των σχέσεων που υπάρχουν μεταξύ των ανθρώπων και των φυτών. Οι εθνοβοτανολόγοι αποσκοπούν στην καταγραφή, περιγραφή και επεξήγηση των πολύπλοκων σχέσεων μεταξύ των πολιτισμών και τις χρήσεις των φυτών, εστιάζοντας κυρίως στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται τα φυτά, με ποιο τρόπο έχουν διαχειριστεί και πώς έγιναν αντιληπτά στις ανθρώπινες κοινωνίες.
Αυτό περιλαμβάνει τη χρήση τους ως τρόφιμα, είδη ένδυσης, νόμισμα, τελετουργικό, ως ιατρική, χρωστική ουσία, ως δομικά υλικά, ως καλλυντικά και πολλά άλλα.
Ξεκινώντας από τον 20ο αιώνα, το πεδίο της εθνοβοτανικής γνώρισε μια μετατόπιση από την πρώτη συλλογή δεδομένων σε μεγαλύτερο μεθοδολογικό και εννοιολογικό αναπροσανατολισμό. Αυτή είναι και η αρχή της ακαδημαϊκής εθνοβοτανικής. Ο λεγόμενος «πατέρας» του συγκεκριμένου επιστημονικού κλάδου είναι ο Ρίτσαρντ Σούλτες ακόμα και αν στην πραγματικότητα δεν επινόησε τον όρο «Εθνοβοτανική».
Σήμερα, στον τομέα της εθνοβοτανικής απαιτείται ένα ευρύ φάσμα δεξιοτήτων: βοτανική εκπαίδευση για τον εντοπισμό και τη διατήρηση των δειγμάτων των φυτών· ανθρωπολογική εκπαίδευση για την κατανόηση των πολιτιστικών αντιλήψεων γύρω από την αντίληψη των φυτών· γλωσσική κατάρτιση, τουλάχιστον αρκετή για να μεταγράψει τοπικούς όρους και να γίνει κατανοητή η φυσική μορφολογία, το συντακτικό και η σημασιολογία.
ετικέτες: εθνοβοτανική, ethnobotany, ορισμός, λήμμα, ετυμολογία, λεξικό, wiki, βικιπαίδεια,
Εθνοβοτανική (η), (αγγλ. ethnobotany)
![]() |
| Εθνοβοτανολόγοι επί τω έργω |
Αυτό περιλαμβάνει τη χρήση τους ως τρόφιμα, είδη ένδυσης, νόμισμα, τελετουργικό, ως ιατρική, χρωστική ουσία, ως δομικά υλικά, ως καλλυντικά και πολλά άλλα.
Ξεκινώντας από τον 20ο αιώνα, το πεδίο της εθνοβοτανικής γνώρισε μια μετατόπιση από την πρώτη συλλογή δεδομένων σε μεγαλύτερο μεθοδολογικό και εννοιολογικό αναπροσανατολισμό. Αυτή είναι και η αρχή της ακαδημαϊκής εθνοβοτανικής. Ο λεγόμενος «πατέρας» του συγκεκριμένου επιστημονικού κλάδου είναι ο Ρίτσαρντ Σούλτες ακόμα και αν στην πραγματικότητα δεν επινόησε τον όρο «Εθνοβοτανική».
Σήμερα, στον τομέα της εθνοβοτανικής απαιτείται ένα ευρύ φάσμα δεξιοτήτων: βοτανική εκπαίδευση για τον εντοπισμό και τη διατήρηση των δειγμάτων των φυτών· ανθρωπολογική εκπαίδευση για την κατανόηση των πολιτιστικών αντιλήψεων γύρω από την αντίληψη των φυτών· γλωσσική κατάρτιση, τουλάχιστον αρκετή για να μεταγράψει τοπικούς όρους και να γίνει κατανοητή η φυσική μορφολογία, το συντακτικό και η σημασιολογία.
ετικέτες: εθνοβοτανική, ethnobotany, ορισμός, λήμμα, ετυμολογία, λεξικό, wiki, βικιπαίδεια,
By
Luminous
|
γράμμα Έψιλον
Ερυσίβη
▶ Ευρετήριο λημμάτων
Ερυσίβη (η), (αγγλ. ergot). Διώνυμη ονοματολογία: Claviceps purpurea. Η ερυσίβη, αλλιώς γνωστή και ως ερυσιβώδης όλυρα, είναι η κοινή ονομασία ενός μύκητα του γένους Claviceps που παρασιτεί σε ορισμένα αγρωστώδη (δημητριακά και χλόες). Στο τέλος του καλοκαιριού, ο μύκητας παίρνει τη χαρακτηριστική μορφή του σκληρώτιου για να αντέξει στον χειμώνα. Η Claviceps purpurea προσβάλει διάφορα δημητριακά συμπεριλαμβανομένης της σίκαλης (ο πιο κοινός φορέας του), του σίτου και του κριθαριού.
Ένα τέλειο απολίθωμα κεχριμπαριού που ανακαλύφθηκε τον Φεβρουάριο του 2015 σε ορυχεία στη Μιανμάρ[1] αποκάλυψε ότι η ερυσίβη και τα αγρωστώδη εξελίχθηκαν από κοινού. Ο συγκεκριμένος μύκητας που ανακαλύφθηκε στο απολίθωμα, ο οποίος πλέον έχει εκλείψει, έχει την διώνυμη ονομασία Palaeoclaviceps parasiticus και ομοιάζει ιδιαίτερα στον κοινό μύκητα της ερυσίβης (Claviceps). Η ερυσίβη χρονολογείται κυριολεκτικά στην παλαιότερη εξέλιξη των αγρωστοειδών και έκτοτε υπήρξε ως τοξίνη και ως φυσικός ψυχοτρόπος μύκητας.[1]
Πάνω από 1.000 ενώσεις έχουν εξαχθεί ή έχουν προέλθει από τον μύκητα της ερυσίβης, με περισσότερο γνωστό το Διαιθυλαμίδιο του Λυσεργικού Οξέος ή γνωστότερα αποκαλούμενο LSD. Ενώ κάποιες άλλες από αυτές τις ενώσεις αποτελούν πολύτιμα φάρμακα.[1]
Τα αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας είναι ενώσεις, παράγωγα ινδόλης, που η βιοσύνθεσή τους ξεκινά από το αμινοξύ τρυπτοφάνη (L-θρυπτοφάνη στη χημεία). Εκπροσωπούν τη μεγαλύτερη ομάδα αζωτούχων προϊόντων μεταβολισμού μυκήτων, που έχουν βρεθεί στη φύση. 'Έχουν απομονωθεί περισσότερα από 80 διαφορετικά αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας, κυρίως από διάφορα είδη μυκήτων Claviceps. Το κοινό τμήμα των αλκαλοειδών της ερυσιβώδους όλυρας είναι ένα σύστημα τεσσάρων δακτυλίων, στο οποίο έχει αποδοθεί η κοινή ονομασία εργολίνη (ergoline). Αντίστοιχα, τα αλκαλοειδή αυτά χαρακτηρίζονται και ως αλκαλοειδή της οικογένειας της εργολίνης (ergoline family alkaloids). Το κυριότερο αλκαλοειδές της ερυσίβης είναι η εργοταμίνη, η οποία είναι πεπτιδικό παράγωγο του λυσεργικού οξέος και της λακτάμης του τριπεπτιδίου φαινυλαλανίνης - αλανίνης - προλίνης. Το αλκαλοειδές της εργοταμίνης (ergotamine) περιέχεται σε υψηλή ποσότητα στο σκληρώτιο της ερυσίβης (μέχρι 2% της ξηράς μάζας). Η αλκαλοειδής αυτή ουσία αναπτύσσει ένα ευρύ φάσμα βιολογικών επιδράσεων μεταξύ άλλων στο κυκλοφορικό και νευρικό σύστημα. Σε κάποια άτομα μπορεί να εκδηλωθεί ένα έντονο παθολογικό σύνδρομο που παρατηρείται στους ανθρώπους ή τα ζώα που έχουν λάβει ερυσίβη, π.χ. μαζί με μολυσμένο σιτάρι και αυτό το παθολογικό σύνδρομο ονομάζεται Εργοτισμός ή κοινώς γνωστό ως «Φωτιά του αγίου Αντωνίου» και αναφέρεται με συμπτώματα δυνατής αίσθησης φλόγωσης στα χέρια και στα πόδια. Δείτε και το λήμμα Όλυρα.
__________
Παραπομπές
1: Amber fossil links earliest grasses, dinosaurs and fungus used to produce LSD
ετικέτες: ερυσίβη, ergot, ορισμός, λήμμα, ετυμολογία, λεξικό, wiki, βικιπαίδεια,
|
|
| Από πάνω προς τα κάτω: σκληρώτια ερυσίβης στα ανθύλλια του σταχυού εικ. 1 νέοι μήκυτες εξέρχονται από το σκληρώτιο εικ.2 |
Ερυσίβη (η), (αγγλ. ergot). Διώνυμη ονοματολογία: Claviceps purpurea. Η ερυσίβη, αλλιώς γνωστή και ως ερυσιβώδης όλυρα, είναι η κοινή ονομασία ενός μύκητα του γένους Claviceps που παρασιτεί σε ορισμένα αγρωστώδη (δημητριακά και χλόες). Στο τέλος του καλοκαιριού, ο μύκητας παίρνει τη χαρακτηριστική μορφή του σκληρώτιου για να αντέξει στον χειμώνα. Η Claviceps purpurea προσβάλει διάφορα δημητριακά συμπεριλαμβανομένης της σίκαλης (ο πιο κοινός φορέας του), του σίτου και του κριθαριού.
Ένα τέλειο απολίθωμα κεχριμπαριού που ανακαλύφθηκε τον Φεβρουάριο του 2015 σε ορυχεία στη Μιανμάρ[1] αποκάλυψε ότι η ερυσίβη και τα αγρωστώδη εξελίχθηκαν από κοινού. Ο συγκεκριμένος μύκητας που ανακαλύφθηκε στο απολίθωμα, ο οποίος πλέον έχει εκλείψει, έχει την διώνυμη ονομασία Palaeoclaviceps parasiticus και ομοιάζει ιδιαίτερα στον κοινό μύκητα της ερυσίβης (Claviceps). Η ερυσίβη χρονολογείται κυριολεκτικά στην παλαιότερη εξέλιξη των αγρωστοειδών και έκτοτε υπήρξε ως τοξίνη και ως φυσικός ψυχοτρόπος μύκητας.[1]
Πάνω από 1.000 ενώσεις έχουν εξαχθεί ή έχουν προέλθει από τον μύκητα της ερυσίβης, με περισσότερο γνωστό το Διαιθυλαμίδιο του Λυσεργικού Οξέος ή γνωστότερα αποκαλούμενο LSD. Ενώ κάποιες άλλες από αυτές τις ενώσεις αποτελούν πολύτιμα φάρμακα.[1]
Τα αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας είναι ενώσεις, παράγωγα ινδόλης, που η βιοσύνθεσή τους ξεκινά από το αμινοξύ τρυπτοφάνη (L-θρυπτοφάνη στη χημεία). Εκπροσωπούν τη μεγαλύτερη ομάδα αζωτούχων προϊόντων μεταβολισμού μυκήτων, που έχουν βρεθεί στη φύση. 'Έχουν απομονωθεί περισσότερα από 80 διαφορετικά αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας, κυρίως από διάφορα είδη μυκήτων Claviceps. Το κοινό τμήμα των αλκαλοειδών της ερυσιβώδους όλυρας είναι ένα σύστημα τεσσάρων δακτυλίων, στο οποίο έχει αποδοθεί η κοινή ονομασία εργολίνη (ergoline). Αντίστοιχα, τα αλκαλοειδή αυτά χαρακτηρίζονται και ως αλκαλοειδή της οικογένειας της εργολίνης (ergoline family alkaloids). Το κυριότερο αλκαλοειδές της ερυσίβης είναι η εργοταμίνη, η οποία είναι πεπτιδικό παράγωγο του λυσεργικού οξέος και της λακτάμης του τριπεπτιδίου φαινυλαλανίνης - αλανίνης - προλίνης. Το αλκαλοειδές της εργοταμίνης (ergotamine) περιέχεται σε υψηλή ποσότητα στο σκληρώτιο της ερυσίβης (μέχρι 2% της ξηράς μάζας). Η αλκαλοειδής αυτή ουσία αναπτύσσει ένα ευρύ φάσμα βιολογικών επιδράσεων μεταξύ άλλων στο κυκλοφορικό και νευρικό σύστημα. Σε κάποια άτομα μπορεί να εκδηλωθεί ένα έντονο παθολογικό σύνδρομο που παρατηρείται στους ανθρώπους ή τα ζώα που έχουν λάβει ερυσίβη, π.χ. μαζί με μολυσμένο σιτάρι και αυτό το παθολογικό σύνδρομο ονομάζεται Εργοτισμός ή κοινώς γνωστό ως «Φωτιά του αγίου Αντωνίου» και αναφέρεται με συμπτώματα δυνατής αίσθησης φλόγωσης στα χέρια και στα πόδια. Δείτε και το λήμμα Όλυρα.
__________
Παραπομπές
1: Amber fossil links earliest grasses, dinosaurs and fungus used to produce LSD
ετικέτες: ερυσίβη, ergot, ορισμός, λήμμα, ετυμολογία, λεξικό, wiki, βικιπαίδεια,
Εντακτογόνο
▶ Ευρετήριο λημμάτων
Εντακτογόνο (το), (εσφ. εντακτογενές), (αγγλ. entactogen)
Ο όρος εντακτογόνο επινοήθηκε από τον Ντέιβιντ Νίκολς ως εναλλακτικό του όρου 'ενσυναισθησιογόνο', προσπαθώντας να αποφύγει το ενδεχόμενο κακής σύνδεσης του τελευταίου με αρνητικούς συνειρμούς. Ο Νίκολς έκανε επίσης την εκτίμηση ότι η λέξη 'ενσυναισθησιογόνο' είναι περιοριστική και δεν καλύπτει άλλες θεραπευτικές χρήσεις για τις ουσίες που πηγαίνουν πέρα από την ενστάλαξη αισθημάτων ενσυναίσθησης.
Η λέξη 'εντακτογόνο' προέρχεται από τη ρίζα «Εν» (ελληνικά: μέσα), «Tactus» (λατινικά: αγγίζω) και «γενέσθαι».(Nichols 1986: 308)
Ωστόσο, κανένας από τους δυο αυτούς όρους δεν κατέχει δεσπόζουσα θέση στη χρήση και παρά τις διαφορές τους στην υποδήλωση, είναι ουσιαστικά όροι εναλλάξιμοι, καθώς αναφέρονται στις ίδιες ακριβώς χημικές ουσίες. Ο όρος εντακτογόνο λοιπόν αναφέρεται στην ουσία εκείνη που μπορεί να προκαλέσει σε κάποιον αύξηση της ενσυναίσθησης (αγγλ. empathy).
Ένα γνωστό ενσυναισθησιογόνο είναι το MDMA ("ecstasy").
ετικέτες: εντακτοκόνο, entactogen, ορισμός, λήμμα, ετυμολογία, λεξικό, wiki, βικιπαίδεια,
Εντακτογόνο (το), (εσφ. εντακτογενές), (αγγλ. entactogen)
Ο όρος εντακτογόνο επινοήθηκε από τον Ντέιβιντ Νίκολς ως εναλλακτικό του όρου 'ενσυναισθησιογόνο', προσπαθώντας να αποφύγει το ενδεχόμενο κακής σύνδεσης του τελευταίου με αρνητικούς συνειρμούς. Ο Νίκολς έκανε επίσης την εκτίμηση ότι η λέξη 'ενσυναισθησιογόνο' είναι περιοριστική και δεν καλύπτει άλλες θεραπευτικές χρήσεις για τις ουσίες που πηγαίνουν πέρα από την ενστάλαξη αισθημάτων ενσυναίσθησης.
Η λέξη 'εντακτογόνο' προέρχεται από τη ρίζα «Εν» (ελληνικά: μέσα), «Tactus» (λατινικά: αγγίζω) και «γενέσθαι».(Nichols 1986: 308)
Ωστόσο, κανένας από τους δυο αυτούς όρους δεν κατέχει δεσπόζουσα θέση στη χρήση και παρά τις διαφορές τους στην υποδήλωση, είναι ουσιαστικά όροι εναλλάξιμοι, καθώς αναφέρονται στις ίδιες ακριβώς χημικές ουσίες. Ο όρος εντακτογόνο λοιπόν αναφέρεται στην ουσία εκείνη που μπορεί να προκαλέσει σε κάποιον αύξηση της ενσυναίσθησης (αγγλ. empathy).
Ένα γνωστό ενσυναισθησιογόνο είναι το MDMA ("ecstasy").
ετικέτες: εντακτοκόνο, entactogen, ορισμός, λήμμα, ετυμολογία, λεξικό, wiki, βικιπαίδεια,
By
Luminous
|
γράμμα Έψιλον
Ενσυναισθησιογόνο
▶ Ευρετήριο λημμάτων
Ενσυναισθησιογόνο (το), (εσφ. εμπαθογόνο), (αγγλ. empathogen)
Ο όρος 'ενσυναισθησιογόνο' επινοήθηκε το 1983 από τον Ραλφ Μέτζνερ (Ralph Metzner) για να υποδηλώσει τις χημικές ουσίες που προκαλούν/αυξάνουν σε κάποιον την ενσυναίσθηση (αγγλ. empathy).
Ένα γνωστό ενσυναισθησιογόνο είναι το MDMA ("ecstasy").
ετικέτες: ενσυναισθησιογόνο, empathogen, ορισμός, λήμμα, ετυμολογία, λεξικό, wiki, βικιπαίδεια,
Ενσυναισθησιογόνο (το), (εσφ. εμπαθογόνο), (αγγλ. empathogen)
Ο όρος 'ενσυναισθησιογόνο' επινοήθηκε το 1983 από τον Ραλφ Μέτζνερ (Ralph Metzner) για να υποδηλώσει τις χημικές ουσίες που προκαλούν/αυξάνουν σε κάποιον την ενσυναίσθηση (αγγλ. empathy).
Ένα γνωστό ενσυναισθησιογόνο είναι το MDMA ("ecstasy").
ετικέτες: ενσυναισθησιογόνο, empathogen, ορισμός, λήμμα, ετυμολογία, λεξικό, wiki, βικιπαίδεια,
Ενθεογόνο
▶ Ευρετήριο λημμάτων
Ενθεογόνο (το), (αγγλ. entheogen)
Γνωστό και εσφαλμένα ως ενθεογενές. Η λέξη εν-θεο-γόνο (Εν-Θεό-γενέσθαι), σημαίνει το μέσο που γεννά/παράγει/σχηματίζει σ’ ένα άτομο το θείο συναίσθημα. Η Ενθέωση με άλλα λόγια. Ο όρος αναφέρεται σε μια ψυχοενεργό ουσία (συνήθως ένα φυτό με ψυχοενεργά αποτελέσματα) η οποία χρησιμοποιείται υπό το πλαίσιο ενός πνευματικού διαφωτισμού, μιας μυστικιστικής ή μιας θρησκευτικής εμπειρίας.
Τα ενθεογόνα μπορούν να συμπληρώσουν πολλές διαφορετικές πρακτικές για τη θεραπεία, υπερβατικότητα και Θεία αποκάλυψη, όπως: ο διαλογισμός, η ψυχοναυτική, τα έργα τέχνης, και η θεραπεία με ψυχοδηλωτικές ουσίες.
Τα ενθεογόνα έχουν χρησιμοποιηθεί σε ένα τελετουργικό πλαίσιο για χιλιάδες χρόνια· η θρησκευτική σημασία τους είναι καλά εδραιωμένη σε ανθρωπολογικές και σύγχρονες μαρτυρίες. Παραδείγματα των παραδοσιακών ενθεογόνων περιλαμβάνουν τα: πεγιότ, ψιλοκυβίνη, μη επεξεργασμένο καπνό, κάνναβη, ayahuasca, Salvia divinorum, Tabernanthe iboga, Ιπομέα η τρίχρωμη (Ipomoea tricolor), και Αμανίτης ο μυγοκτόνος (Amanita muscaria). Με την έλευση της οργανικής χημείας, υπάρχουν τώρα πολλές συνθετικές ουσίες με παρόμοιες ψυχοενεργές ιδιότητες, πολλές προερχόμενες από αυτά τα φυτά. Πολλές καθαρά δραστικές ενώσεις με ψυχοτρόπες ιδιότητες έχουν απομονωθεί από αυτούς τους οργανισμούς και συντεθεί χημικά, συμπεριλαμβανομένων των: μεσκαλίνη, ψιλοκυβίνη, DMT, Σαλβινορίνη Α (Salvinorin Α), ιβογαΐνη (Ibogaine) και μουσκιμόλη (muscimol), αντίστοιχα. Οι Ημι-συνθετικές ουσίες (π.χ. LSD προέρχεται συνήθως από την εργοταμίνη) και συνθετικές ουσίες (π.χ. DPT που χρησιμοποιείται από την οργάνωση 'Ο Ναός του Τιμίου Εσωτερικού Φωτός' (The Temple of the True Inner Light) και 2C-B που χρησιμοποιείται από τους Sangoma) έχουν επίσης αναπτυχθεί. Τα ενθεογόνα μπορούν να συνδυαστούν μέσω της εργασίας ενός σαμάνου ή ως αφέψημα με τη μορφή τσαγιού, πρόσμιξη, ή σαμανικών ποτών όπως το ayahuasca ή το bhang.
Ο όρος ενθεογόνο προτάθηκε για να αντικαταστήσει τις λέξεις «παραισθησιογόνο» διαδεδομένο εξαιτίας των εμπειριών του Άλντους Χάξλεϋ (Aldous Huxley) με τη μεσκαλίνη, δημοσιευόμενες στο βιβλίο του οι 'Πόρτες τις Αντίληψης' του 1953) και «ψυχεδελικό» (ένας νεολογισμός για τη «δήλωση/φανέρωση της ψυχής» προτεινόμενο από τον άγγλο ψυχίατρο Χάμφρεϊ Όσμοντ (Humphry Osmond). Ο Ρακ και οι υπόλοιποι διατύπωσαν την άποψη καταρχάς ότι ο όρος «παραισθησιογόνο» ήταν ανάρμοστος λόγω της ετυμολογικής του σχέσης με λέξεις όπως το ντελίριο και η τρέλα. Κατά δεύτερο λόγο ο όρος «ψυχεδελικό» φάνταζε επίσης προβληματικός εξαιτίας της σχέσης του ηχητικώς με τη λέξη ψύχωση και γιατί ήταν αμετάκλητα συνδεδεμένο με τους διάφορους αρνητικούς συνειρμούς που είχε επιφέρει το κίνημα των χίπις στη δεκαετία του εξήντα.
Σε γενικές γραμμές, ο όρος ενθέωση χρησιμοποιείται για να αναφερθεί σε οποιεσδήποτε ψυχοενεργές ουσίες όταν χρησιμοποιούνται για τις θρησκευτικές ή πνευματικές επιπτώσεις τους, ασχέτως αν χρησιμοποιούνται σε μια επίσημη θρησκευτική ή παραδοσιακή δομή. Η ενθέωση είναι η διαδικασία αφύπνισης/φανέρωσης της Θείας Φύσης εντός μας με τη χρήση ιερών φυτών που χρησιμοποιούνταν επί χιλιάδες χρόνια στο παρελθόν τα οποία διευρύνουν τη συνείδηση (ενθεογόνα) και ακολούθως τροποποιούν τη γραμμική αντίληψη που έχουμε για τα πάντα γύρω μας, τα οποία αποτελούν ένα μόνο μικρό τμήμα αυτού που αποκαλούμε πραγματικότητα.
Ο όρος προτάθηκε για να αντικαταστήσει τη 'χρήση για λόγους αναψυχής' (recreational use) των ίδιων ουσιών. Μελέτες όπως το πείραμα του Marsh Chapel έχουν τεκμηριώσει τις αναφορές των πνευματικών εμπειριών από τους συμμετέχοντες, στους οποίους χορηγήθηκαν ψυχοδραστικές ουσίες σε ελεγχόμενες μελέτες. Η περαιτέρω έρευνα προς τις ψυχοτρόπες ουσίες είναι περιορισμένη λόγω της ευρείας απαγόρευσης των «ναρκωτικών», ωστόσο κάποιες χώρες έχουν νομοθεσία που επιτρέπει την παραδοσιακή χρήση των ενθεογόνων όπως και κλινικές μελέτες σε επιστημονικά πλαίσια.
Βλέπε επίσης λήμμα: Ψυχοδηλωτικά > Θρησκευτική - Πνευματική χρήση.
ετικέτες: ενθεογόνο, ορισμός, λήμμα, ετυμολογία, λεξικό, wiki, βικιπαίδεια,
Ενθεογόνο (το), (αγγλ. entheogen)
Γνωστό και εσφαλμένα ως ενθεογενές. Η λέξη εν-θεο-γόνο (Εν-Θεό-γενέσθαι), σημαίνει το μέσο που γεννά/παράγει/σχηματίζει σ’ ένα άτομο το θείο συναίσθημα. Η Ενθέωση με άλλα λόγια. Ο όρος αναφέρεται σε μια ψυχοενεργό ουσία (συνήθως ένα φυτό με ψυχοενεργά αποτελέσματα) η οποία χρησιμοποιείται υπό το πλαίσιο ενός πνευματικού διαφωτισμού, μιας μυστικιστικής ή μιας θρησκευτικής εμπειρίας.
Τα ενθεογόνα μπορούν να συμπληρώσουν πολλές διαφορετικές πρακτικές για τη θεραπεία, υπερβατικότητα και Θεία αποκάλυψη, όπως: ο διαλογισμός, η ψυχοναυτική, τα έργα τέχνης, και η θεραπεία με ψυχοδηλωτικές ουσίες.
Τα ενθεογόνα έχουν χρησιμοποιηθεί σε ένα τελετουργικό πλαίσιο για χιλιάδες χρόνια· η θρησκευτική σημασία τους είναι καλά εδραιωμένη σε ανθρωπολογικές και σύγχρονες μαρτυρίες. Παραδείγματα των παραδοσιακών ενθεογόνων περιλαμβάνουν τα: πεγιότ, ψιλοκυβίνη, μη επεξεργασμένο καπνό, κάνναβη, ayahuasca, Salvia divinorum, Tabernanthe iboga, Ιπομέα η τρίχρωμη (Ipomoea tricolor), και Αμανίτης ο μυγοκτόνος (Amanita muscaria). Με την έλευση της οργανικής χημείας, υπάρχουν τώρα πολλές συνθετικές ουσίες με παρόμοιες ψυχοενεργές ιδιότητες, πολλές προερχόμενες από αυτά τα φυτά. Πολλές καθαρά δραστικές ενώσεις με ψυχοτρόπες ιδιότητες έχουν απομονωθεί από αυτούς τους οργανισμούς και συντεθεί χημικά, συμπεριλαμβανομένων των: μεσκαλίνη, ψιλοκυβίνη, DMT, Σαλβινορίνη Α (Salvinorin Α), ιβογαΐνη (Ibogaine) και μουσκιμόλη (muscimol), αντίστοιχα. Οι Ημι-συνθετικές ουσίες (π.χ. LSD προέρχεται συνήθως από την εργοταμίνη) και συνθετικές ουσίες (π.χ. DPT που χρησιμοποιείται από την οργάνωση 'Ο Ναός του Τιμίου Εσωτερικού Φωτός' (The Temple of the True Inner Light) και 2C-B που χρησιμοποιείται από τους Sangoma) έχουν επίσης αναπτυχθεί. Τα ενθεογόνα μπορούν να συνδυαστούν μέσω της εργασίας ενός σαμάνου ή ως αφέψημα με τη μορφή τσαγιού, πρόσμιξη, ή σαμανικών ποτών όπως το ayahuasca ή το bhang.
Ο όρος ενθεογόνο προτάθηκε για να αντικαταστήσει τις λέξεις «παραισθησιογόνο» διαδεδομένο εξαιτίας των εμπειριών του Άλντους Χάξλεϋ (Aldous Huxley) με τη μεσκαλίνη, δημοσιευόμενες στο βιβλίο του οι 'Πόρτες τις Αντίληψης' του 1953) και «ψυχεδελικό» (ένας νεολογισμός για τη «δήλωση/φανέρωση της ψυχής» προτεινόμενο από τον άγγλο ψυχίατρο Χάμφρεϊ Όσμοντ (Humphry Osmond). Ο Ρακ και οι υπόλοιποι διατύπωσαν την άποψη καταρχάς ότι ο όρος «παραισθησιογόνο» ήταν ανάρμοστος λόγω της ετυμολογικής του σχέσης με λέξεις όπως το ντελίριο και η τρέλα. Κατά δεύτερο λόγο ο όρος «ψυχεδελικό» φάνταζε επίσης προβληματικός εξαιτίας της σχέσης του ηχητικώς με τη λέξη ψύχωση και γιατί ήταν αμετάκλητα συνδεδεμένο με τους διάφορους αρνητικούς συνειρμούς που είχε επιφέρει το κίνημα των χίπις στη δεκαετία του εξήντα.
Σε γενικές γραμμές, ο όρος ενθέωση χρησιμοποιείται για να αναφερθεί σε οποιεσδήποτε ψυχοενεργές ουσίες όταν χρησιμοποιούνται για τις θρησκευτικές ή πνευματικές επιπτώσεις τους, ασχέτως αν χρησιμοποιούνται σε μια επίσημη θρησκευτική ή παραδοσιακή δομή. Η ενθέωση είναι η διαδικασία αφύπνισης/φανέρωσης της Θείας Φύσης εντός μας με τη χρήση ιερών φυτών που χρησιμοποιούνταν επί χιλιάδες χρόνια στο παρελθόν τα οποία διευρύνουν τη συνείδηση (ενθεογόνα) και ακολούθως τροποποιούν τη γραμμική αντίληψη που έχουμε για τα πάντα γύρω μας, τα οποία αποτελούν ένα μόνο μικρό τμήμα αυτού που αποκαλούμε πραγματικότητα.
Ο όρος προτάθηκε για να αντικαταστήσει τη 'χρήση για λόγους αναψυχής' (recreational use) των ίδιων ουσιών. Μελέτες όπως το πείραμα του Marsh Chapel έχουν τεκμηριώσει τις αναφορές των πνευματικών εμπειριών από τους συμμετέχοντες, στους οποίους χορηγήθηκαν ψυχοδραστικές ουσίες σε ελεγχόμενες μελέτες. Η περαιτέρω έρευνα προς τις ψυχοτρόπες ουσίες είναι περιορισμένη λόγω της ευρείας απαγόρευσης των «ναρκωτικών», ωστόσο κάποιες χώρες έχουν νομοθεσία που επιτρέπει την παραδοσιακή χρήση των ενθεογόνων όπως και κλινικές μελέτες σε επιστημονικά πλαίσια.
Βλέπε επίσης λήμμα: Ψυχοδηλωτικά > Θρησκευτική - Πνευματική χρήση.
ετικέτες: ενθεογόνο, ορισμός, λήμμα, ετυμολογία, λεξικό, wiki, βικιπαίδεια,
By
Luminous
|
γράμμα Έψιλον


